Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Η Ζέτα μειώνει την ανεργία

Επήα χτες να ανανεώσω το στάτους μου ως άνεργος. Κάθομαι στην καρέκλα, απέναντι από μια κυρία κοντά στη σύνταξη. Παίρνει τα χαρτιά μου, πληκτρολογεί κάτι στον υπολογιστή και γυρίζει πάνω μου και ξεκινά η εξής στιχομυθία:

Πράξη 1η:
-Μα Συστεμάτικς μου εσύ δουλεύκεις, δεν είσαι άνεργος.

-Ναι, που πότε;
-Βλέπω δαμέ ότι δουλεύκεις σαν ωρομίσθιος εκπαιδευτής σαλιγκαριών.

-Μα τούτο ήταν πέρσι, ως τον Μάη. Είχα πει στην κοπέλα κάποια προηγούμενη φορά να το σβήσει.
-Δεν εργάζεσαι πλέον εκεί;
-Όχι, εσταμάτησα τον Μάη και δεν με κάλεσαν φέτος.
-Αααα μάλιστα.
-Έτσι κ' αλλιώς, θεωρούμαι άνεργος αν εργάζομαι κάτω από 17 ώρες την εβδομάδα...
-Όχι πλέον, άλλαξαν τα πράγματα. Η υπουργός μας (στάζοντας μέλι) άλλαξεν το, και πλέον έστω και μια ώρα να δουλεύεις, δεν θεωρείσαι άνεργος.
-Μα σοβαρά; Πότε έγινε τούτο;
-Έτσι εν τωρά, άλλαξεν το ... (κάπου δαμέ εσκέφτουμουν με απέναντι που τη Ζέτα και δεν επρόσεχα).

Πράξη 2η:

-Έκαμες αίτηση για τα προγράμματα της Α.Ν.Α.Δ; Εβοηθήσαμε πολύ κόσμο.
-Μα για τι θέσεις; (έπαιζα τον ανήξερο)
-Ουυυ εστείλαμε πολύ κόσμο σε διάφορα πόστα. Εδώ στο γραφείο επιάσαμε τρεις κοπέλες. Η κοπέλα δαμέ δίπλα εσπούδασε αγγλική φιλολογία, επιάσαμε και μια γιατρό και... (έβλεπα την κοπέλα δίπλα)
-Μα με τι μισθό; (έπαιζα τον παλαβό)
-500 ευρώ. Έμαθε και τη δουλειά μια χαρά, δουλεύκει κανονικά (η κοπέλα δίπλα).

Κάπου δαμέ άρχισε ένα πάρτυ μες το μυαλό μου. Εσκεφτόμουν να τη ρωτήσω, μα εσύ πόσα πιάνεις; Σίγουρα εχτύπαν το διχίλιαρο με τέτοια ηλικία σε τέτοιο πόστο. Και μετά να την επείραζα λέγοντας της, ε φύε να πιάσουν ακόμα 2-3 της Α.Ν.Α.Δ με τα λεφτά σου, και κάτι τέθκοια μικροαστικά-φασιστικά. Ή να της έλεγα, ε φύε εσύ να με πιάσουν εμένα με 500 ευρώ, παρά να σου δίνουν εσένα 2000, αλλά δεν είχα πολλή όρεξη για κουβέντα και ευτυχώς εχτύπησε το τηλέφωνο της. 


Καθώς εμιλούσε, εσκέφτουμουν ότι άμα ξεκινήσει η σκούπα στο δημόσιο, όπως γίνεται στην Ελλάδα, θα φύγει πρώτη πρώτη η κυρία. Γενικά σε πολλά πόστα, τα 500ρικα της Ζέτας, τα κομμάντα της, οι δούρειοι ίπποι που έστειλε, θα στείλουν πολλούς αξιοπρεπώς αμειβόμενους σπίτι τους, αφού η δουλειά θα βγαίνει με τους φτηνούς πτυχιούχους.

Πράξη 3η:
-Βλέπω εδώ, κάτι θέλουν στο τάδε εκτροφείο.
-Ά είδα τα.
-Δεν σου κάμνουν;
-Ε θέλουν κάτι αρκετά εξειδικευμένο και προτιμούν πληροφορικάριους
-Ααα... Έχει και ένα ίδρυμα βλέπω... αλλά θέλουν ρωσόφωνους...
-Ναι είδα το, έπιασα τηλέφωνο και έστειλα παρόλο που δεν ξέρω ρωσικά, αλλά τίποτε.
-Άλλη πόλη, να κοιτάξω; (ξεκινά να κοιτάζει)
-Μα πως θα πηγαίνω, δεν έχω αυτοκίνητο. (για να τις βάλω δύσκολα)
-Μα δεν θα πηγαινοέρχεσαι, να μένεις εκεί.
-Μα τι εννοείς, να νοικιάσω;
-Ναι, άμα βρούμε κάτι, να νοικιάσεις βέβαια.
-Μα με τι μισθό νομίζεις ότι θα μου βρεις δουλειά; Έχει μισθούς πλέον που φτάνουν και για ενοίκιο στην ειδικότητα μου;

Κάπου δαμέ ξαναχτυπά το τηλέφωνο. Κλείνει, και αφού δεν βρήκε τίποτε στην άλλη πόλη, τυπώνει μου το χαρτί για να φύγω και με αποχαιρετά με ένα ύφος συγκαταβατικό-παρακλητικό-παρακινητικό, λέγοντας μου:

-Άτε Συς μου, και να αρχίσεις σιγά σιγά να είσαι πιο ανοικτός σε διάφορες δουλειές και σε άλλους τομείς εκτός που τα σαλιγκάρια.

Είπε και κάτι άλλα που δεν θυμάμαι, αλλά γενικά με έσπρωχνε στα 500ρικα της Ζέτας, σε οποιαδήποτε θέση στην γραφειοκρατία. Γενικά, η συμπεριφορά της ήταν σα να δούλευε με προμήθεια και έπρεπε απλά να φύγω πάση θυσία από τη λίστα των ανέργων, με οποιονδήποτε τρόπο. Σαν να δούλευε για να βελτιώσει (εικονικά) τους αριθμούς της δικής της ''επιχείρησης''. Σαν να ήταν η Ζέτα η ίδια. Ένας δημόσιος υπάλληλος που υπηρετεί με ζήλο ένα κράτος που φτωχοποιεί τους εργαζόμενους. Και δεν μπορώ να πω, κάμνει την καλά τη δουλειά της.

Read more

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Για τη δολοφονία των χρυσαυγιτών

Μια ιστορία για την επιδερμική ανάγνωση των πραγμάτων, χαρακτηριστικό κοινωνιών που ολισθαίνουν προς τον εκφασισμό, και για τα γεγονότα, που μερικές φορές έχουν απλές ερμηνείες. Για τα δολοφονηθέντα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, που δρούσε με μεθόδους μαφίας. Εκβιασμοί, προστασία σε μαγαζιά, ξυλοδαρμοί και δολοφονίες...


Ήταν τότε που εξεθάψαν τον Τάσσο. Επισκέφτηκα μια θεία μου, έτσι λίγο μεγάλης ηλικίας, για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι. Η θεία μου ήταν Δηκοϊκή. Τούτο ήταν το μόνο της φανερό ''σακκατηλήκι''. Έκαμε μου καφέ και ερώταν με διάφορα. Σε κάποια φάση ήρτεν η κουβέντα στα της επικαιρότητας.

Γυρίζει τότε, χαμηλώνοντας τη φωνή σαν να ήθελε να μου πει κάτι σημαντικό που πρέπει να βάλω καλά στο μυαλό μου, γιατί τέθκεια αποστάγματα σοφίας, σπάνια εκκρίνονται. Λέει μου ''κοίτα να δεις γιε μου, τον Τάσσο, ακόμα τζαι πεθαμμένο φοούνται τον. Εν τόση η λύσσα τους εναντίων του, γιατί ήταν μεγάλος πατριώτης, που ακόμα τζαι μες το χώμα ενοχλεί τους''.

Εγώ έβλεπα την, με εκείνη την φάτσα την μα-περιπέζεις-μας-ρε-θεία;-Πιστέφκεις-έτσι-αρλούμπες; Και εδιούσα της κκελλές μου δυνατά-απανωτά-εικονικά facepalms, και με τα δύο χέρια.

Λίγες μέρες πριν και αμέσως μετά το ξέθαμμα του Τάσσου, ήμουν στην Αθήνα στο σπίτι κάποιου ΚΚΕ. Καλός άνθρωπος ο συγκεκριμένος ΚΚΕς, διαβασμένος, ψύχραιμος και συχνά σωστός αναγνώστης των καταστάσεων της επικαιρότητας και των μελλούμενων. Έκαμε μου εντύπωση το σχόλιο και η σιγουριά του τότε: ''Συστεμάτικς μου, να δεις που τον ξέθαψαν για λύτρα. Το λείψανο είναι ο καλύτερος όμηρος, δεν πεινάει δεν διψάει, δε σε βλέπει ώστε να σε καρφώσει μετά... Όπως με τον Τσάρλι Τσάπλιν.''

Read more